Τί είναι μπύρα.

Μπύρα ή αλλιώς στην ελληνική γλώσσα «Ζύθος», είναι ένα αλκοολούχο ποτό που παράγεται από την σακχαροποίηση του αμύλου και την αλκοολική ζύμωση των σακχάρων που προέκυψαν.

Το άμυλο και τα ένζυμα, που προκαλούν την σακχαροποίηση προέρχονται, κατά κανόνα, από βυνοποιημένα δημητριακά, συνήθως βυνοποιημένο κριθάρι και βυνοποιημένο σιτάρι. Μπορούν όμως να χρησιμοποιηθούν εν μέρει και άλλες πηγές σακχάρων ή αμύλου, όπως ζάχαρη, σιρόπι μαλτόζης, σιρόπι γλυκόζης, ρύζι, αραβόσιτος και άλλα.

Στην μπύρα, γίνεται και προσθήκη λυκίσκου, αρωματικό φυτό το οποίο εκτός από το άρωμά του προσδίδει στην μπύρα δροσιστική πικράδα και δρα σαν φυσικό συντηρητικό, ενώ μπορούν να προστεθούν και άλλα αρωματικά κατά περίπτωση από βότανα ή φρούτα. Η παραγωγή της μπύρας λέγεται «ζυθοποίηση».

Η μπύρα είναι ένα δροσιστικό, απολαυστικό ποτό, με σχετικά χαμηλή περιεκτικότητα σε αλκοόλ, και μπορεί να αποτελέσει μέρος ενός ισορροπημένου και υγιούς τρόπου ζωής ενός ενήλικα. Όντας φυσικό προϊόν, η μπύρα είναι το πιο παλαιό ποτό του κόσμου και είναι το πλέον ευρέως καταναλισκόμενο αλκοολούχο ποτό παγκοσμίως και το τρίτο κατά σειρά ποτό γενικότερα, μετά το νερό και το τσάι. Παράγεται σε πολλές διαφορετικές παραλλαγές και είδη. Αναφορές για την παρασκευή μπύρας ξεκινούν από την αρχαία Αίγυπτο και την Μεσοποταμία, περίπου το 4000 π.Χ.

Η παρασκευή μπύρας αλλά και γενικά αλκοολούχων ποτών θεωρούνταν γυναικεία δραστηριότητα, προνόμιο και υποχρέωση από την προϊστορία, καθώς η επεξεργασία τροφών και βοτάνων συνδεόταν με δύο χαρακτηριστικά γυναικείες εργασίες, την μαγειρική και την ιατρική περίθαλψη. Η πρώτη σαφής απόδειξη σχετικά με την ύπαρξη της μπύρας, προέρχεται από τους Σουμέριους και πρόκειται για μια ανάγλυφη αναπαράσταση που χρονολογείται περί το 3000-2800 π.Χ. Αναφορά στην μπύρα περιέχεται και στο έπος του Γκιλγκαμές, καθώς και σε ποίημα Σουμέριων περίπου πριν από 4000 χρόνια, το οποίο μάλιστα θεωρείται και ως η αρχαιότερη γραπτή συνταγή για την παρασκευή μπύρας. Οι Σουμέριοι επίσης λάτρευαν την θεά Νινκάσι που ήταν προστάτιδα της παρασκευής μπύρας και είχε γεννηθεί από το “αφρώδες νερό”.

Στους Αιγύπτιους ήταν γνωστά περισσότερα από τέσσερα είδη μπύρας και πολλοί υποστηρίζουν πως ήταν το βασικό τους ποτό. Και εκεί η παρασκευή μπύρας, αλλά και ψωμιού, η παρασκευή του οποίου στηρίζεται στην διαδικασία της ζύμωσης, θεωρούνταν γυναικεία ενασχόληση και τα επαγγέλματα του αρτοποιού και του ζυθοποιού τα εξασκούσαν αποκλειστικά γυναίκες. Στους παλαιότερους χρόνους, η μπύρα των ανατολικών λαών παρασκευαζόταν σχεδόν με τον ίδιο τρόπο που παρασκευάζεται και σήμερα, από κριθάρι και σπανιότερα από άλλα δημητριακά. Η προσθήκη λυκίσκου, σημαντική για την βελτίωση της γεύσης, αλλά και για την συντήρηση, χρονολογείται περίπου από το 1000 π.Χ.

Οι Αρχαίοι Έλληνες φαίνεται πως ήρθαν σε επαφή με τη μπύρα χάρη στους Αιγύπτιους και σύμφωνα με τον Πλίνιο, χρησιμοποιούσαν λυκίσκο στην παρασκευή της, ενώ υπάρχουν ισχυρές ενδείξεις ότι οι κάτοικοι της προϊστορικής Ελλάδας, εκτός από κρασί, παρασκεύαζαν και κατανάλωναν μπύρα. Επίσης, έχουν βρεθεί αρχαιοβοτανικά κατάλοιπα φυτρωμένων σπόρων δημητριακών και θραύσματα αλεσμένων δημητριακών από δύο οικισμούς της Εποχής του Χαλκού: το Αρχοντικό, στην Μακεδονία και την Άργισσα, στην Θεσσαλία. Στην αρχαιότητα η μπύρα ήταν πολύ ευπρόσδεκτη και στους βορειότερους λαούς, όπως ήταν οι Θράκες, οι Σκύθες, οι Αρμένιοι και οι Ίβηρες.

Οι Κέλτες και τα αρχαία γερμανικά φύλα γνώριζαν, τεκμηριωμένα, την μπύρα από τον 1ο π.Χ. αιώνα, αν και μάλλον αγνοούσαν τον λυκίσκο. Τον λυκίσκο αντικαθιστούσαν ως βελτιωτικά της γεύσης, μείγματα διαφόρων χορταρικών. Η χρήση του λυκίσκου αναβίωσε στην Γερμανία τον μεσαίωνα, ενώ η ζυθοποιία εξακολουθούσε να αποτελεί σχεδόν αποκλειστικά γυναικείο έργο, καθώς ήταν μια δραστηριότητα που μπορούσε να γίνει στο σπίτι. Συγκεκριμένα, η πρώτη αναφορά στην καλλιέργεια λυκίσκου χρονολογείται το 768 μ.Χ. στην μονή Φράιζινγκ της Βαυαρίας. Η στενή σχέση μοναστηριών και ζυθοποιίας πρέπει να οφείλεται στο γεγονός πως η μπύρα βοηθούσε τους μοναχούς να αντέξουν τις μακροχρόνιες νηστείες. H μοναχή Γερμανίδα φιλόσοφος και μύστις Χίλντεγκαρντ του Μπίνγκεν, που έζησε τον 12ο αιώνα, περιέγραψε την χρήση λυκίσκου στην παρασκευή της μπύρας και εξήγησε τις συντηρητικές και αντισηπτικές ιδιότητές του. Σήμερα θεωρείται ανεπίσημα «προστάτιδα» της μπύρας.

Με την πάροδο των χρόνων, η μπύρα σταδιακά έπαψε να παράγεται οικιακά και μετατράπηκε σε εμπορεύσιμο είδος, αποτελώντας παράλληλα και σημαντική πηγή εσόδων για τους άρχοντες. Η αναγωγή της μπύρας σε εμπορεύσιμο προϊόν, είχε ως αποτέλεσμα και την επιβολή μιας περισσότερο αυστηρής νομοθεσίας ώστε να εγγυάται και να κατοχυρώνεται η ποιότητα της παραγόμενης μπύρας. Το 1516, ο Βαυαρός δούκας Γουλιέλμος Δ’, εξέδωσε τον “Νόμο περί καθαρότητος” (γερμ. Reinheitsgebot), ίσως ο αρχαιότερος διατροφικός κανονισμός, που ισχύει και σήμερα. Σύμφωνα με αυτόν, στην γερμανική ζυθοποιία δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιείται άλλη πρώτη ύλη εκτός από κριθάρι, λυκίσκο και καθαρό νερό. Στον παραπάνω νόμο δεν αναφερόταν καθόλου η μαγιά, καθώς δεν ήταν ακόμη γνωστή. Τότε περίπου άρχισαν να αποκόπτονται οι γυναίκες από την διαδικασία παραγωγής της μπύρας καθώς η δραστηριότητα αυτή άρχισε όλο και περισσότερο να γίνεται πιο “επαγγελματική” και να μπαίνουν όλο και περισσότεροι φραγμοί στην συμμετοχή των γυναικών σε αυτήν. Σταδιακά οι γυναίκες αποκλείστηκαν εντελώς από την επαγγελματική παρασκευή μπύρας μέχρι τον 20ο αιώνα όπου απέκτησαν ξανά πρόσβαση στον εργασιακό χώρο.

Η βιομηχανία παραγωγής μπύρας είναι σήμερα πολύ ανεπτυγμένη, περιλαμβάνοντας αρκετές και οικονομικά ισχυρές εταιρείες, αλλά και πολλές χιλιάδες μικρών ζυθοποιείων. Στην Ευρώπη, όπου υπάρχουν περισσότερα επτά χιλιάδες Ζυθοποιεία μεταξύ των οποίων και οι έδρες μερικών από τις μεγαλύτερες Ζυθοποιίες στο κόσμο, παράγεται περίπου 400 εκατομμύρια εκατόλιτρα μπύρας τον χρόνο και πάρα πολλές ετικέτες είναι παγκοσμίου φήμης.

Η δύναμη της μπύρας σε αλκοόλ κυμαίνεται συνήθως από 4% έως 6% αλκοόλ κατ’ όγκο, ωστόσο, υπάρχουν μπύρες με αλκοόλη 0.7% (μπύρα χωρίς αλκοόλη), 1.5 % (μπύρα με χαμηλή αλκοόλη), ενώ κάποιες ζυθοποιίες τα τελευταία χρόνια έχουν παρασκευάσει μπύρες με αλκοόλη 40%.

Η μπύρα είναι μέρος της κουλτούρας των λαών που την απολαμβάνουν και ανήκει σε μεγάλο φάσμα, κοινωνικό και οικονομικό, σε όλες τις εποχές.

Ετυμολογία:

Η λέξη μπύρα προέρχεται πιθανότατα από την ιταλική λέξη birra, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από την λατινική -biber (ελλ. ποτό), που συνδέεται και με το λατινικό ρήμα -bibere (ελλ. πίνω). Η ελληνική λέξη ζύθος απαντάται επίσης σε αρχαίους γεωγράφους περιηγητές, όπως ο Διόδωρος και ο Στράβων, δηλώνοντας βασικά το ποτό από κριθάρι, κυρίως των Αιγυπτίων. Τέλος, η λέξη ζύθος σχετίζεται με το ρήμα -ζέω (δηλαδή βράζω).

Αρκάδιος Ρακόπουλος
Πηγές: Wikipedia, www.ellinikienosizithopoion.gr
Photo Credits: Pexels, Pixabay, Wikipedia