Ρούμι: Ένα παιδί του πολέμου

Η γέννησή του δεν έχει την «πρακτική» μορφή που κουβαλά η μπίρα ή την «ευγένεια» του κρασιού. Το ρούμι γεννήθηκε σε δύσκολες συνθήκες. Τη διάδοσή του την οφείλει στον εμπορικό ανταγωνισμό (και τους πολέμους που προέκυψαν), στη σκληρή δουλειά των σκλάβων, αλλά και στα χαρακτηριστικά του, που το έκαναν απαραίτητο σε στρατιώτες και ναύτες. Κάθε γουλιά ρούμι έχει και τη γεύση μιας πολυτάραχης ιστορίας…

 

Το ζαχαροκάλαμο, που δίνει την πρώτη ύλη για το ρούμι, υπήρχε και καλλιεργήθηκε ήδη από το 4000 π.Χ. στη Νοτιοανατολική Ασία, στην Κίνα και στον Ειρηνικό. Για να φτάσουμε, όμως, στο ρούμι χρειάστηκε να περάσουν αιώνες και τρεις μεγάλες αλλαγές: η απόσταξη, το δουλεμπόριο και ο σκληρός εμπορικός ανταγωνισμός των ευρωπαϊκών κρατών για μπαχαρικά και ζάχαρη. Η πραγματική ιστορία για το ρούμι ξεκινά στον 16ο αιώνα, καθώς μέχρι τότε θεωρούνταν περισσότερο κάτι σαν φάρμακο παρά ποτό για μαζική κατανάλωση και χρησιμοποιούνταν ευρέως για την αντιμετώπιση διάφορων παθήσεων. Μάλιστα, ήταν τέτοια η πίστη στις «μαγικές» δυνατότητες του ποτού που, το 1805, ο γιατρός του πλοίου «HMS Victory» επικρίθηκε έντονα για τη διατήρηση του σώματος του Νέλσονα σε ένα βαρέλι κονιάκ αντί για ρούμι για το ταξίδι επιστροφής του νεκρού ναυάρχου στην Αγγλία.

Το 1492, λοιπόν, ο Χριστόφορος Κολόμβος αναζητά μια εναλλακτική διαδρομή για τις πλούσιες περιοχές των Ινδιών, όμως φθάνει στα νησιά της Καραϊβικής. Χρειάστηκε καιρός για να γίνει σαφές ότι ανακαλύφθηκε ένας Νέος Κόσμος και να εκτιμηθούν τα προϊόντα του και ο πλούτος του, ενώ η εξερεύνησή του έβαλε φωτιά στην ευρωπαϊκή ιστορία, με τον ανταγωνισμό για την κατάκτηση εδαφών.

Δέκα χρόνια μετά την ανακάλυψη της Αμερικής, ο Βάσκο ντε Γκάμα ολοκλήρωσε το πρώτο επιτυχημένο ταξίδι μετ’ επιστροφής μεταξύ Ευρώπης και Ανατολικών Ινδιών και το 1522 ο Μαγγελάνος έκανε τον περίπλου της Γης. Ο κόσμος έγινε πιο μικρός και οι μεγάλες δυνάμεις της εποχής ήθελαν ένα… κομμάτι για να μεγαλώσουν τις αυτοκρατορίες τους.

Μέχρι τότε, στις εμπορικές συναλλαγές με την Ασία κυριαρχούσαν οι Άραβες έμποροι – οι Ευρωπαίοι αγόραζαν τα εξωτικά αγαθά απ’ αυτούς. Έτσι, όταν στις αρχές του 17ου αιώνα οι μουσουλμανικές δυνάμεις άρχισαν να εξασθενούν, το εμπόριο έγινε γρήγορα το κλειδί και το έπαθλο για κάθε νέα ευρωπαϊκή υπερδύναμη.

Ο εμπορικός ανταγωνισμός επικεντρώθηκε σε δύο μέτωπα: τις Ανατολικές Ινδίες (δηλαδή την περιοχή της Ινδονησίας) και τις Δυτικές Ινδίες (δηλαδή κυρίως την Καραϊβική). Το παιχνίδι είχε στηθεί και οι παίκτες είχαν πάρει θέση: Αγγλία, Ολλανδία, Πορτογαλία, Ισπανία και Γαλλία.

Πάντως, το μεγάλο έπαθλο ήταν στην περιοχή της Ασίας και τα (υπερπολύτιμα) μπαχαρικά που αφθονούσαν εκεί. Οι συγκρούσεις σκληρές και οι εναλλαγές κυρίαρχων τακτικές. Μπροστά σ’ αυτές τις περιοχές, η Καραϊβική έμοιαζε φτωχή σε αυτοφυή προϊόντα. Η ιδέα ήταν να μεταφερθούν εκεί φυτά από την Ασία ώστε να διευρυνθεί η παραγωγική τους βάση, δηλαδή να χρησιμοποιηθούν τα νησιά της σαν θερμοκήπιο. Οι Ισπανοί, που έλεγχαν την Καραϊβική, είδαν με μεγάλη τους ικανοποίηση ότι το τροπικό κλίμα της περιοχής ευνοούσε ιδιαίτερα το ζαχαροκάλαμο και σύντομα απέκτησαν πλεονέκτημα στην παραγωγή ζάχαρης.

Τα παλαιότερα καταγεγραμμένα εργοστάσια ζάχαρης της Καραϊβικής ιδρύθηκαν στην Ισπανιόλα (σημερινή Αϊτή και Δομινικανή Δημοκρατία) το 1516, στη Βραζιλία το 1520 και στην Τζαμάικα, την Κούβα και το Πόρτο Ρίκο το 1595. Το πρόβλημα των Ισπανών, όπως και των Πορτογάλων, ήταν ότι οι τοπικοί πληθυσμοί δεν τους αρκούσαν.

Η λύση ήταν να μεταφερθούν σκλάβοι από την Αφρική, οι οποίοι θα είχαν πολύ λιγότερες πιθανότητες να διαφύγουν ή να αναμειχθούν με τον ντόπιο πληθυσμό. Μέχρι το 1595, η Τζαμάικα, η Κούβα και το Πόρτο Ρίκο είχαν φέρει σκλάβους σε όλες τις μεγάλες φυτείες ζαχαροκάλαμου για την παραγωγή ζάχαρης.

Το ποτό των σκλάβων

Οι σκλάβοι ήταν αυτοί που καθιέρωσαν το (πρώιμο) ρούμι. Η παλαιότερη καταγεγραμμένη τεκμηρίωση απόσταξης ζαχαροκάλαμου βρίσκεται το 1552, σε έκθεση του κυβερνήτη Tome de Souza της Μπαχία στη Βραζιλία. Η έκθεση αναφέρει ότι οι σκλάβοι ήταν πιο πρόθυμοι για δουλειά όταν έπιναν cachaco (ή «cachaca» όπως είναι γνωστό σήμερα) και αμείβονταν με έξτρα μερίδες όταν έκαναν κάποια δύσκολη ή δυσάρεστη δουλειά. Το ποτό, που παραγόταν από ένα υποπροϊόν του ζαχαροκάλαμου, τη μελάσα, έγινε γρήγορα δημοφιλές στους σκλάβους, κυρίως λόγω της διαθεσιμότητας του ζαχαροκάλαμου και της ευκολίας στην παραγωγή του. Μάλιστα, έγινε τόσο αγαπητό και απαραίτητο που το 1639 οι Πορτογάλοι προσπάθησαν να απαγορεύσουν τη μαζική παραγωγή του για να αποφύγουν τυχόν εμπορικούς ανταγωνιστές. Οκτώ χρόνια αργότερα η τοπική κυβέρνηση προσέθεσε περαιτέρω περιορισμούς, απαγορεύοντας σε όσους δεν ήταν δούλοι να καταναλώνουν ποτό από ζαχαροκάλαμο.

Την πιο σύγχρονή μορφή του το ρούμι την απέκτησε έναν αιώνα μετά. Σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, το πρώτο ρούμι από μελάσα φτιάχτηκε από έναν Ολλανδό μετανάστη, τον Pietr Blower το 1637. Αυτός εγκαταστάθηκε σε μια νέα βρετανική αποικία, στα νησιά Μπαρμπάντος, σε μια εποχή που οι άποικοι εγκατέλειπαν την παραγωγή της χρωστικής ουσίας indigo. Εύκολα στράφηκαν στο ζαχαροκάλαμο, που εισήγαγε ο Blower. Μέχρι το 1651 το ρούμι ήταν το κύριο προϊόν του νησιού. Ανάλογη πορεία είχαμε και στο νησί της Μαρτινίκας όταν, το 1644, ένας Ολλανδο-Εβραίος, ο Benjamin Da Costa, έφερε τον νέο τρόπο απόσταξης. Παρότι δεν υπάρχουν καταγεγραμμένες μαρτυρίες, λογικά ποτό με βάση τη μελάσα παραγόταν από παλιότερα. Για παράδειγμα, στην Κούβα η πρώτη φυτεία ζαχαροκάλαμου στήθηκε το 1595, αλλά η πρώτη αναφορά στο ρούμι γίνεται το 1643.

Πάντως, το επίσημο όνομά του το ρούμι το πήρε έναν αιώνα μετά. Μέχρι τότε οι Άγγλοι το έλεγαν Barbados Liquor, ενώ οι Ολλανδοί και οι Γάλλοι Keelduivel και Gueldive αντίστοιχα (από το αγγλικό «Kill Devil»). Στα Μπαρμπάντος, όμως, το αποκαλούσαν «Rumbullion», που στην αργκό της νότιας Αγγλίας σήμαινε «καβγάς, οχλαγωγία». Η συντόμευση «Rum» δεν άργησε, αλλά χρειάστηκαν άλλοι δυο αιώνες για να γίνει ποτό των gentleman, όπως έγραψε ο διάσημος Άγγλος συγγραφέας Samuel Johnson.

Ο δάκτυλος των… ΗΠΑ

Μετά την ίδρυση της πρώτης επιτυχημένης αμερικανικής αποικίας στο Τζέιμσταουν της Βιρτζίνια το 1607, μια ομάδα Αγγλικανών ίδρυσε την αντίπαλη αποικία του Πλίμουθ, στο νοτιοανατολικό άκρο της σημερινής Μασαχουσέτης. Σε αντίθεση με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν οι πρώτοι άποικοι του Τζέιμσταουν, οι κάτοικοι του Πλίμουθ τα κατάφεραν καλύτερα και στις καλλιέργειες και στο εμπόριο με τους Ινδιάνους. Σ’ αυτό η μελάσα είχε βασικό ρόλο, από το μαγείρεμα μέχρι την παρασκευή φαρμάκων. Η απόσταξη δεν άργησε να ακολουθήσει και όσο εισέρρεαν άποικοι τόσο ταχύτερα διαδιδόταν το νέο ποτό.

Όμως, οι άποικοι και οι… αποικιοκράτες δεν ήταν οι μόνοι που απολάμβαναν τις χάρες των οινοπνευματωδών. Παρότι το 1633 θεσπίστηκε νόμος που απαγόρευε να πωλείται ρούμι στους Ινδιάνους, οι ίδιες οι αρχές, για λόγους πολιτικής σκοπιμότητας, το έδιναν στους ιθαγενείς, οι οποίοι το επιζητούσαν μετά μανίας. Χρόνια αργότερα, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος έγραφε: «Αν ήταν θέλημα Θεού για την αποικία να εξοντωθούν οι άγριοι για να βρεθεί χώρος για τους αγρότες μας, δεν φαίνεται απίθανο το μέσο γι’ αυτό να ήταν το ρούμι, καθώς ήδη έχουν εξαφανιστεί οι παράκτιες φυλές». Πάντως, δεν υπέφεραν μόνο οι Ινδιάνοι, όπως δείχνουν οι πολύ αυστηρές ποινές των αποικιών για τη δημόσια μέθη. Οι πηγές της εποχής δείχνουν ότι ήταν ένα πολύ κοινό πρόβλημα, καθώς η αγάπη για το ρούμι ήταν… υπέρμετρη.

Η μεγάλη έκρηξη

Στις αρχές του 18ου αιώνα, το ρούμι και η μελάσα ήταν η βασική πηγή των εμπορικών εσόδων της Μεγάλης Βρετανίας και τα πιο κερδοφόρα εμπορεύματα σε όλες τις Δυτικές Ινδίες. Πηγή αυτής της επιτυχίας ήταν ένα σύστημα που οι έμποροι-πλοιοκτήτες αποκαλούσαν «The Triangle Trade»: μελάσες από την Καραϊβική πωλούνταν στη Νέα Αγγλία για να φτιαχτεί περισσότερο ρούμι, το ρούμι αυτό (μαζί με άλλα σύγχρονα προϊόντα, όπως υφάσματα, χαλκός, όπλα) το πωλούσαν στη Δυτική Αφρική για να αγοράσουν περισσότερους σκλάβους, οι οποίοι μεταφέρονταν στην Καραϊβική για να δουλέψουν στις φυτείες ζαχαροκάλαμου –και πάλι από την αρχή.

Η αξία του ποτού ήταν τεράστια. Είναι χαρακτηριστικό πως, όταν η Μεγάλη Βρετανία απαγόρευσε τη χρήση ασημένιων νομισμάτων στις αμερικάνικες αποικίες, οι εργάτες εκεί δέχονταν να πληρώνονται (ακόμα και ολόκληρο τον μισθό τους) με ρούμι για να αντισταθμίσουν την έλλειψη χρήματος.

Φυσικά, τα κέρδη που συγκεντρώνονταν γύρω από το ρούμι και το εμπόριο που το αφορούσε, έφεραν και την άνθιση του λαθρεμπορίου, καθώς ήταν πρακτικά αδύνατο για το βρετανικό πολεμικό ναυτικό να ελέγξει την τεράστια ακτογραμμή. Για την ακρίβεια, οι περισσότεροι από αυτούς που σήμερα αποκαλούνται «πειρατές» (στους οποίους κατά βάση οφείλεται η φήμη του ποτού) εμπορεύονταν ρούμι λαθραία. Η απάντηση της Μ. Βρετανίας ήταν να αυξήσει τους φόρους για τη ζάχαρη και τη μελάσα (και, φυσικά, για το ρούμι) στις αποικίες της στην Αμερική, το 1764. Οι άποικοι προσπάθησαν να αντισταθμίσουν την έλλειψη με εισαγωγή μελάσας από τις γαλλικές αποικίες της περιοχής, όμως οι ποσότητες δεν αρκούσαν. Το «The Triangle Trade» κατέρρευσε, με ανυπολόγιστες επιπτώσεις για τους αποίκους. Το ποτήρι της αμερικανικής επανάστασης για την ανεξαρτησία μπορεί να ξεχείλισε με τσάι (πάλι για τη φορολογία του) σχεδόν 10 χρόνια αργότερα, όμως είχε γεμίσει νωρίτερα με (πολύ) ρούμι.

Πάντως, ουδέν κακόν αμιγές καλού -για τους φίλους του αλκοόλ. Οι άποικοι στράφηκαν στην απόσταξη του καλαμποκιού και της σίκαλης, που παράγονταν σε μεγάλες ποσότητες στις αποικίες και έτσι γεννήθηκε το αμερικάνικο ουίσκι, το μπέρμπον, που έγινε συνώνυμο του νέου έθνους.

Κάπως έτσι, λοιπόν, το ρούμι δεν ήταν απλώς ακόμα ένα ποτό, που βοηθούσε (κυρίως αποίκους) στις δύσκολες νέες συνθήκες της ζωής τους, αλλά με βάση τον πλούτο που γέννησε, ήταν για αιώνες αιμοδότης πλούτου για τις αυτοκρατορίες που πολέμησαν (κυριολεκτικά) γι’ αυτό.

Ναύτες και στρατιώτες

Το 1655 υπάρχει η γραπτή μαρτυρία ότι χορηγήθηκε, για πρώτη φορά σε πλοιάρχους του αγγλικού Βασιλικού Ναυτικού ρούμι αντί για μπίρα για τα πληρώματά τους. Επειδή, όμως, το ποτό ήταν πολύ δυνατό, ο ναύαρχος Έντουαρντ Βέρνον είχε την ιδέα να το αραιώσει με νερό και να προσθέσει χυμό κίτρου για να το κάνει πιο εύγευστο. Ο ναύαρχος δεν μπορούσε να ξέρει τις καταλυτικές συνέπειες της ιδέας του. Το κίτρο στο ρούμι ήταν πολύ καλή άμυνα για το σκορβούτο (που οφείλεται στην έλλειψη βιταμίνης C), που ήταν η κύρια αιτία θανάτου για τα πληρώματα, τα οποία εκ των πραγμάτων δεν είχαν δυνατότητα να τραφούν με εσπεριδοειδή. Οι ναύτες δεν άργησαν να το αντιληφθούν (έστω και χωρίς να γνωρίζουν τον λόγο) και να θεωρούν το ρούμι απολύτως απαραίτητο πια για τη διαβίωσή τους στο πλοίο. Και κάπως έτσι ξεκίνησε μια μεγάλη περίοδος κυριαρχίας για το βρετανικό ναυτικό (πιο υγιή πληρώματα, πιο μακρινοί πλόες) την ώρα που οι Γάλλοι έδιναν στα πληρώματά τους κρασί. Επίσης, έδωσε στους Βρετανούς ναύτες το παρατσούκλι «limeys» από το «lime» (κίτρο).

Το ρούμι συνδέθηκε και με τους στρατούς ξηράς, αλλά όχι για τόσο πρακτικούς λόγους όσο στο ναυτικό. Από την αρχαιότητα, οι στρατιώτες «αμείβονταν» με αλκοόλ για να υπερνικούν τον φόβο της μάχης και το ρούμι δεν θα μπορούσε να λείψει από τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν γι’ αυτό. Η διαφορά με τα άλλα ποτά ήταν ότι το ρούμι ήταν πιο ανθεκτικό σε διάφορες συνθήκες, μπορούσε να φτιαχτεί εύκολα, φθηνά και σε μεγάλες ποσότητες και ήταν πολύ δυνατό (σε σχέση με την μπίρα ή το κρασί). Ειδικά για τους Βρετανούς, το ρούμι έγινε τελικά συνώνυμο της στρατιωτικής υπηρεσίας…

Written By
More from %Vol. Team

Anchor Steam Beer

  Αλκοολικοί βαθμοί: 4,8% Είδος: Steam Lager Ζυθοποιείο: Anchor Brewing Company, ΗΠΑ...
Read More