Κύπρος: Αμπελώνας γεμάτος γεύσεις και… ιστορία

Παραδοσιακά η Κύπρος έχει λαμπρή παρουσία στον οινικό χώρο και δίνει στους οινόφιλους εξαιρετικές προτάσεις. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δεν παύει να προκαλούν εντύπωση οι πολλές ποικιλίες που καλλιεργούνται στη Μεγαλόνησο και, κυρίως, η Κουμανδαρία, ένα κρασί με ιστορία 1.000 χρόνων πίσω του, που έχει αναδειχθεί στον μεγαλύτερο πρεσβευτή του κυπριακού οίνου.

Κείμενο: Τάνια Μπαλαμπάνη

Η Κύπρος, μια χώρα με οινική ιστορία 5.000 ετών, παράγει κατά μέσο όρο περίπου 210.000 εκατόλιτρα οίνου ετησίως σε μια έκταση 120.000 στρεμμάτων, η οποία επικεντρώνεται γεωγραφικά στις επαρχίες Λεμεσού και Πάφου.

Ο οινικός χάρτης της χώρας περιλαμβάνει 5 περιοχές παραγωγής οίνων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ):

  • Στο δυτικό τμήμα της Πάφου, η περιοχή της Λαόνα – Ακάμας με υψόμετρο που φτάνει τα 680 μέτρα.
  • Η περιοχή Βουνί Παναγιάς – Αμπελίτης, στο βορειοανατολικό τμήμα της ορεινής Πάφου, με υψόμετρο που φτάνει τα 1.140 μέτρα.
  • Στο βορειότερο τμήμα της Λεμεσού η περιοχή της Πιτσιλιάς (που εκτείνεται στο νοτιότερο τμήμα της Λευκωσίας και στο βορειότερο της επαρχίας Λάρνακας), που φτάνει μέχρι τα 1.450 μέτρα.
  • Στην επαρχία της Λεμεσού συναντάμε δύο περιοχές: στα βορειοανατολικά, όπου και οροθετείται η Κουμανδαρία με υψόμετρο μέχρι τα 900 μέτρα, και δυτικότερά της, τα Κρασοχώρια, η μεγαλύτερη σε έκταση ζώνη, με υψόμετρο που αγγίζει τα 1.140 μέτρα.

Τον κυπριακό οινικό χάρτη συμπληρώνουν 4 ονομασίες περιοχών, που επιτρέπεται να επισημαίνονται ως ΠΓΕ (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη): ο Τοπικός Οίνος Λευκωσίας, ο Τοπικός Οίνος Λεμεσού, ο Τοπικός Οίνος Λάρνακας και ο Τοπικός Οίνος Πάφου.

Οι ποικιλίες

Στον κυπριακό αμπελώνα καλλιεργούνται αρκετές γηγενείς και ξένες ποικιλίες οιναμπέλου (λευκές και ερυθρές). Από τις λευκές ποικιλίες, καλλιεργούνται οι εξής:

  • Ξυνιστέρι: Η σημαντικότερη λευκή ποικιλία, με αρώματα λουλουδιών και λεμονιού ή με μεταλλικότητα, πλουσιότερο σώμα και δυνατότητα παλαίωσης, ανάλογα με τις περιοχές στις οποίες καλλιεργείται. Μαζί με το Μαύρο είναι η σημαντικότερη ποικιλία για την παραγωγή της Κουμανδαρίας, του γλυκού κρασιού της Κύπρου.
  • Μοσχάτο: Από αυτήν τη διάσημη ποικιλία σταφυλιών, στην Κύπρο συναντάμε το Μοσχάτο Αλεξάνδρειας, που χαρίζει πλούσια, γλυκά έως φρέσκα, φρουτώδη ξηρά κρασιά.
  • Σπούρτικο: Σπάνια λευκή κυπριακή ποικιλία, που παρουσιάζει αξιοσημείωτο δυναμικό για την παραγωγή κρασιών με αξιόλογο φρούτο και γευστική ισορροπία.
  • Chardonnay: Το αγαπημένο λευκό των οινόφιλων όλου του κόσμου, που προσδίδει πλούσια αρώματα, έχει κατακτήσει και τον κυπριακό αμπελώνα.
  • Cauvignon Blanc: Άλλη μια λευκή γαλλική ποικιλία, που τα κρασιά της διακρίνονται για το έντονο άρωμα και τη μεστή τους γεύση.
  • Semillon: Το λευκό σταφύλι του Bordeaux σε συνδυασμό με το λευκό ξυνιστέρι παράγει εξαιρετικά ποιοτικά λευκά κρασιά.

Από τις ερυθρές ποικιλίες, στον κυπριακό αμπελώνα καλλιεργούνται οι εξής:

  • Μαύρο: Όπως και το ξυνιστέρι, το Μαύρο είναι η σημαντικότερη και πιο κυρίαρχη ερυθρή ποικιλία.
  • Μαραθέφτικο: Η πιο δυναμική ερυθρή ποικιλία, δίνει κρασιά με προσωπικότητα και δυνατότητα παλαίωσης.
  • Λευκάδα: Παραδοσιακή κυπριακή ποικιλία, που δίνει κρασιά με βαθύ κόκκινο χρώμα, με έντονα αρώματα και πλούτο σώματος.
  • Όφθαλμο: Άλλη μια κυπριακή ποικιλία που δίνει κρασιά μαλακά και ευκολόπιοτα, με ανοιχτό χρώμα και χαρακτηριστικό άρωμα. Συνήθως οινοποιείται με άλλες ποικιλίες.
  • Τέλος, στις ερυθρές ποικιλίες συμπεριλαμβάνονται και αρκετές ξένες, όπως οι Cabernet Sauvignon –η διάσημη γαλλική ποικιλία- Syrah, Cabernet Franc, Merlot, αλλά και τρεις ισπανικές ποικιλίες, η Carignan που είναι και η πιο διαδεδομένη από τις ξένες στην Κύπρο, η Mataro και η παγκόσμιας αποδοχής Grenache (από τα σταφύλια της φτιάχνονται φρουτώδη ροζέ και ευκολόπιοτα ερυθρά.

Η κουμανδαρία

Πάντως, το «σήμα-κατατεθέν» του κυπριακού αμπελώνα είναι η Κουμανδαρία, με τη χιλιόχρονη ιστορία που είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την ιστορία της Μεγαλονήσου. Σύμφωνα με το βιβλίο Guiness, πρόκειται για το αρχαιότερο κρασί στον κόσμο, έναν γλυκό οίνο εξαιρετικής ποιότητας, με την ονομασία Vin de la Commanderie. Παράγεται από δύο γηγενείς ποικιλίες, το μαύρο (ερυθρό) και το ξυνιστέρι (λευκό), μονοποικιλιακά ή σε ανάμιξη. Δικαίωμα παραγωγής σταφυλιών έχουν 14 χωριά, που βρίσκονται σε υψόμετρο 500-900 μέτρων, σε μια απόσταση περίπου 12 χλμ. από την πόλη της Λεμεσού. Σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Αρχής της Κύπρου, εξάγεται σε 11 χώρες, με τις μεγαλύτερες πωλήσεις να γίνονται στις ΗΠΑ, τη Σουηδία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Ελλάδα.

Η Κουμανδαρία είναι ένα πολύπλοκο, πληθωρικό κρασί, με χρωματικό φάσμα που κινείται στις αποχρώσεις του μελιού ή του κεχριμπαριού, ανάλογα με την ηλικία (όσο νεότερη τόσο πιο ανοιχτό χρώμα έχει) και ανάλογα με την ποικιλιακή σύνθεση (είναι πιο ανοιχτόχρωμη αν έχει μεγαλύτερο ποσοστό από το λευκό Ξυνιστέρι). Το χρωματικό φάσμα της Κουμανδαρίας κινείται στις αποχρώσεις του μελιού ή του κεχριμπαριού, ξεκινά με χρυσοκίτρινες ανταύγειες και καταλήγει σε τόνους σκούρας καραμέλας. Επίσης, όσο νεότερη είναι η Κουμανδαρία, έχει πιο ανοιχτό χρώμα, κάτι που επίσης προσδιορίζεται και από το ποσοστό της σε λευκό Ξυνιστέρι, που προσδίδει λεπτότητα και ένταση. Παράλληλα, σε συνδυασμό με το Μαύρο μπορεί να προσδώσει πολυπλοκότητα στη μύτη.

Τα τυπικά αρώματα της Κουμανδαρίας είναι η σταφίδα, το γλυκό καρυδάκι, οι χουρμάδες, τα αποξηραμένα σύκα και τα βερίκοκα, ο καφές, τα καβουρδισμένα φουντούκια και τα καρύδια. Όσον αφορά τη διαδικασία παλαίωσης εμπλουτίζεται με τα αρώματα δρυός και της οξείδωσης, πινελιές βανίλιας, πιπεριού και καφέ.

Η θερμοκρασία σερβιρίσματος της Κουμανδαρίας είναι: Κουμανδαρία αποκλειστικά από Ξυνιστέρι 8-10οC, Κουμανδαρία από ανάμιξη Μαύρου και Ξυνιστεριού 12-14οC και ταιριάζει εξαιρετικά με εδέσματα όπως αποξηραμένα φρούτα, ξηροί καρποί, παστέλι με μέλι, με χαλλούμι, ώριμο κεφαλοτύρι, παρμεζάνα, gorgonzola, cheddar ή κατσικίσιο τυρί. Επίσης, με γλυκίσματα όπως πάστα φλόρα, κέικ με ξηρούς καρπούς, τσουρέκι, τάρτες με κυδώνι ή ψητά κυδώνια, παγωτό παρφέ βανίλιας με καραμελωμένους ξηρούς καρπούς, κρεμ καραμελέ.